Η βυζαντινή ορθόδοξη αγιογραφία δεν είναι απλά μια "τέχνη", είναι ιερή τέχνη.
Δεν είναι "ζωγραφική", είναι θεολογία.
Δεν είναι "καλλιτεχνική έκφραση", είναι προσδοκία σωτηρίας.
Δεν είναι "στολίδι", είναι συνάντηση με το θείο.
Δεν είναι "φωτογραφία", είναι "εις Χριστόν παιδαγωγία".
Δεν είναι "αντικείμενο", είναι ιερό σκεύος.
Δεν είναι "υλική αξία", είναι υπέρβαση.
Δεν είναι "συλλεκτικό είδος", είναι παρηγοριά, παραμυθία και ανάπαυση των Ορθοδόξων Χριστιανών κοντά στον Τριαδικό Θεό
   
 

 

 

Newsletter

   
 
   
  Βρείτε μας στο Faceboock
 
 
Πάτερ Παΐσιος
 
  Φώτης Κόντογλου
  http://www.rodosillektis.com/athos/icones/doxiariou.jpg
  Ψαλμοί από youtube
 
  Ραδιοφωνικός σταθμός Εκκλησίας της Ελλάδος
 
  Πειραϊκή Εκκλησία
 
   
   
   

ΠΑΝΑΓΙΑ

ΠΑΝΑΓΙΑ » ΕΠΙΠΕΔΕΣ|ΟΛΕΣ ΟΙ ΕΙΚΟΝΕΣ » ΠΑΝΑΓΙΑ|ΟΛΕΣ ΟΙ ΕΙΚΟΝΕΣ » ΕΠΙΠΕΔΕΣ|Εικ. Πρόσωπα Από Π

Κωδ. Εικόνας 1405
Rating:5.00, Votes:1
  • ΠΑΝΑΓΙΑ
    ΠΑΝΑΓΙΑ

Η ζω­ή της Πα­να­γί­ας μας σκι­α­γρα­φεί­ται α­πό τους Ευ­αγ­γε­λι­στές, τα λει­τουρ­γι­κά βι­βλί­α της Εκ­κλη­σί­ας μας (συ­να­ξά­ρια και τρο­πά­ρια των Θε­ο­μη­το­ρι­κών ε­ορ­τών) και τους λό­γους των Α­γί­ων Πα­τέ­ρων. Αυ­τές εί­ναι οι πη­γές για το κεί­με­νο που α­κο­λου­θεί.

Οι γο­νείς της

Η Θε­ο­τό­κος ή­ταν κό­ρη του πλού­σιου κτη­νο­τρό­φου Ι­ω­α­κείμ και της Άν­νας, που κα­τα­γό­ταν α­πό το βα­σι­λι­κό γέ­νος του Δαυ­ίδ.

   Ε­πει­δή ο Ι­ω­α­κείμ και η Άν­να ή­ταν ά­τε­κνοι (η Άν­να ή­ταν στεί­ρα), πα­ρα­κα­λού­σαν για πολ­λά χρό­νια το Θε­ό να τους χα­ρί­σει έ­να παι­δί, με την υ­πό­σχε­ση ό­τι το παι­δί που θα γεν­νη­θεί, θα το α­φι­ε­ρώ­σουν σ' Αυ­τόν. Πρέ­πει να ση­μει­ω­θεί ό­τι η α­τε­κνί­α την ε­πο­χή ε­κεί­νη ή­ταν ντρο­πή-κα­τά­ρα για έ­να αν­δρό­γυ­νο και ό­λοι τους πε­ρι­φρο­νού­σαν μέ­σα στην κοι­νω­νί­α. Α­κό­μα και οι ι­ε­ρείς δεν δέ­χον­ταν τα δώ­ρα που πρό­σφε­ραν στο να­ό του Θε­ού, λό­γω της α­τε­κνί­ας τους. Εξ αι­τί­ας αυ­τού η μεν Άν­να πή­γε μέ­σα στον κή­πο τους, ο δε Ι­ω­α­κείμ α­νέ­βη­κε στο βου­νό και ε­κεί με δά­κρυ­α πα­ρα­κα­λού­σαν το Θε­ό να τους χα­ρί­σει έ­να παι­δί και να λύ­σει την α­τε­κνί­α τους. Και ο Θε­ός τους προ­μή­νυ­σε με τον αρ­χάγ­γε­λό Του Γα­βρι­ήλ ό­τι θα συλ­λά­βει η πρώ­ην ά­γο­νος και στεί­ρα Άν­να και θα γεν­νή­σει παι­δί ά­γιο.

Πράγ­μα­τι η Άν­να συ­νέ­λα­βε, και γέν­νη­σε τη Βα­σί­λισ­σα του κό­σμου. Η Εκ­κλη­σί­α μας ε­ορ­τά­ζει το γε­γο­νός αυ­τό της συλ­λή­ψε­ως στις 9 Δε­κεμ­βρί­ου: «η σύλ­λη­ψις της Α­γί­ας Άν­νης, μη­τρός της Υ­πε­ρα­γί­ας Θε­ο­τό­κου».

                 

Έ­τσι λοι­πόν συ­νε­λή­φθη και γεν­νή­θη­κε η α­γί­α Παρ­θέ­νος Μα­ρί­α· ό­χι βέ­βαι­α χω­ρίς σαρ­κι­κή συ­νά­φεια των γο­νέ­ων της. Γεν­νή­θη­κε σε εν­νέ­α μή­νες και, ναι μεν ή­ταν καρ­πός της υ­πο­σχέ­σε­ως του Θε­ού, αλ­λά έ­γι­νε με σπέρ­μα αν­δρός με τη συ­νεύ­ρε­ση των γο­νέ­ων της. Μό­νο ο Κύ­ριός μας Ι­η­σούς Χρι­στός γεν­νή­θη­κε α­πό την α­γί­α Παρ­θέ­νο Μα­ρί­α με τρό­πο α­νέκ­φρα­στο και α­νερ­μή­νευ­το, ό­πως Ε­κεί­νος Μό­νος γνω­ρί­ζει, χω­ρίς να υ­πάρ­χει το σαρ­κι­κό θέ­λη­μα.

Σύμ­φω­να με την πα­ρά­δο­ση, η Πα­να­γί­α γεν­νή­θη­κε στην Ι­ε­ρου­σα­λήμ. Μά­λι­στα οι πα­τέ­ρες της α­γι­ο­τα­φι­κής α­δελ­φό­τη­τας δεί­χνουν στους προ­σκυ­νη­τές τον τό­πο γέν­νη­σης της Θε­ο­τό­κου, που βρί­σκε­ται κον­τά στην προ­βα­τι­κή κο­λυμ­βή­θρα. Ο­νο­μά­στη­κε Μα­ριάμ (Μα­ρί­α ε­ξελ­λη­νι­σμέ­νο) που ση­μαί­νει Κυ­ρί­α, Ελ­πί­δα.

Η Εκ­κλη­σί­α μας ε­ορ­τά­ζει τη γέν­νη­ση της Θε­ο­τό­κου στις 8 Σε­πτεμ­βρί­ου: «το Γε­νέ­θλιον της Υ­πε­ρα­γί­ας Δε­σποί­νης η­μών Θε­ο­τό­κου και α­ει­παρ­θέ­νου Μα­ρί­ας».  

 

Ό­ταν η Μα­ρί­α έ­φθα­σε τον τρί­το χρό­νο της η­λι­κί­ας της, την έ­φε­ραν οι γο­νείς της -σύμ­φω­να με την υ­πό­σχε­σή τους-στο Να­ό, και την πα­ρέ­δω­σαν στους ι­ε­ρείς. Σύμ­φω­να με το έ­θι­μο, τη συ­νό­δευ­σαν λαμ­πα­δο­φο­ρού­σες «παρ­θέ­ναι των Ε­βραί­ων».

Α­φού την πα­ρέ­λα­βε ο ι­ε­ρέ­ας και προ­φή­της Ζα­χα­ρί­ας, πα­τέ­ρας του Ι­ω­άν­νου Προ­δρό­μου,κι­νού­με­νος α­πό τη θεί­α βου­λή, την ο­δή­γη­σε στο ε­σω­τε­ρι­κό και α­γι­ώ­τε­ρο μέ­ρος του Να­ού, στα ά­για των Α­γί­ων. Ε­κεί έ­ζη­σε δώ­δε­κα χρό­νια και α­ξι­ω­νό­ταν κα­θη­με­ρι­νά θεί­ες φα­νε­ρώ­σεις, ε­νώ θεί­ος άγ­γε­λος-ο Αρ­χάγ­γε­λος Γα­βρι­ήλ-της έ­φερ­νε συ­νε­χώς ου­ρά­νια τρο­φή.  Έ­τσι, ζών­τας μέ­σα στο χώ­ρο της α­γι­ό­τη­τας, ε­τοι­μα­ζό­ταν ο «έμ­ψυ­χος να­ός εις κα­τοί­κη­σιν του Κυ­ρί­ου».

Η Εκ­κλη­σί­α μας ε­ορ­τά­ζει το γε­γο­νός με την ε­ορ­τή των Ει­σο­δί­ων στις 21 Νο­εμ­βρί­ου: «μνή­μη της εν τω Να­ώ Ει­σό­δου της Θε­ο­μή­το­ρος»

   

Ό­ταν η Μα­ρί­α έ­γι­νε δε­κα­πέν­τε ε­τών, οι γο­νείς της εί­χαν κοι­μη­θεί, γι' αυ­τό οι ι­ε­ρείς φρόν­τι­σαν να την α­πο­κα­τα­στή­σουν. Προ­έ­κρι­ναν ως κα­ταλ­λη­λό­τε­ρο τον δί­και­ο Ι­ω­σήφ. Η Γρα­φή τον ο­νο­μά­ζει Δί­και­ο: «Ι­ω­σηφ δε ο α­νήρ αυ­τής, δί­και­ος ων..­.» (Ματθ. α­';­19), που ση­μαί­νει πως εί­χε ό­λες τις α­ρε­τές. Ο Γέ­ρον­τας Ι­ω­σήφ ή­ταν χή­ρος και πα­τέ­ρας με ε­πτά παι­διά α­πό άλ­λη γυ­ναί­κα. Αυ­τά εί­ναι τα «θε­τά» ά­δέλ­φια του Ι­η­σού και ό­χι παι­διά της Θε­ο­τό­κου, η ο­ποί­α εί­ναι Α­ει­πάρ­θε­νος, πα­ρέ­μει­νε δη­λα­δή Παρ­θέ­νος και με­τά τη γέν­νη­ση του Κυ­ρί­ου και πο­τέ δεν ήλ­θε σε σαρ­κι­κή ε­πα­φή με τον Ι­ω­σήφ, ό­πως βλά­σφη­μα δι­δά­σκουν οι προ­τε­στάν­τες και άλ­λοι αι­ρε­τι­κοί. Έ­τσι ο αρ­ρα­βώ­νας ή­ταν α­πα­ραί­τη­τος, για να κα­λυ­φθεί η υ­περ­φυ­σι­κή γέν­νη­ση του Ι­η­σού με την πα­ρου­σί­α του Ι­ω­σήφ.

Ο Ι­ω­σήφ πα­ρέ­λα­βε τη Μα­ριάμ και ήρ­θε στη Να­ζα­ρέτ. Τον τέ­ταρ­το μή­να με­τά την έ­ξο­δό της α­π' το Να­ό, ο Αρ­χάγ­γε­λος Γα­βρι­ήλ πα­ρου­σι­ά­στη­κε μπρο­στά της λέ­γον­τάς: «Χαί­ρε, κε­χα­ρι­τω­μέ­νη, ο Κύ­ριος με­τά σου, ευ­λο­γη­μέ­νη συ εν γυ­ναι­ξί..­.­».

Η Μα­ριάμ α­κού­γον­τας το χαι­ρε­τι­σμό τα­ρά­χτη­κε. «Μη φο­βά­σαι» της λέ­γει ο Αρ­χάγ­γε­λος «Μη φο­βού Μα­ριάμ εύ­ρες γαρ χά­ριν πα­ρά τω Θε­ώ» (Λουκ. α­'28-30).  Γι' αυ­τό θα συλ­λά­βεις και θα γεν­νή­σεις Υι­ό και θα τον ο­νο­μά­σεις Ι­η­σού. «Και ι­δού συλ­λή­ψη εν γα­στρί και τέ­ξη υι­όν, και κα­λέ­σεις το ό­νο­μα αυ­τού Ι­η­σούν» (Λουκ. α­'­31).

Η Παρ­θέ­νος στο ά­κου­σμα αυ­τό ρω­τά­ει τον άγ­γε­λο: «Πως έ­σται μοι τού­το; Ε­πεί άν­δρα ου γι­νώ­σκω;» (Πως θα γί­νει αυ­τό, α­φού δεν γνω­ρί­ζω σαρ­κι­κά άν­τρα;­). Καί ο άγ­γε­λος της λύ­νει την α­πο­ρί­α λέ­γον­τάς της: «Πνεύ­μα Ά­γιον ε­πε­λεύ­σε­ται ε­πί σε και δύ­να­μις Υ­ψί­στου ε­πι­σκιά­σει σοι» (Λουκ. α­'­35) (Θα έλ­θει σε σέ­να το Ά­γιο Πνεύ­μα και θα σε σκε­πά­σει η Δύ­να­μη του Υ­ψί­στου).

Τό­τε η Παρ­θέ­νος, α­πο­κρί­θη­κε προς τον άγ­γε­λο: «­Ι­δου η δού­λη Κυ­ρί­ου, γέ­νοι­τό μοι κα­τά το ρή­μά σου»­.(Λουκ. α­'­37) (Να η δού­λη του Κυ­ρί­ου, ας γί­νει σ' ε­μέ­να σύμ­φω­να με τον λό­γο σου).

Α­πό ε­κεί­νη τη στιγ­μή ο Κύ­ριος μας Ι­η­σούς Χρι­στός σαρ­κώ­θη­κε στη μή­τρα της α­ει­παρ­θέ­νου Μα­ρί­ας γί­α τη σω­τη­ρί­α του αν­θρώ­πι­νου γέ­νους.

Η Εκ­κλη­σί­α μας ε­ορ­τά­ζει τον Ευ­αγ­γε­λι­σμό στις 25 Μαρ­τί­ου: «ο Ευ­αγ­γε­λι­σμός της Υ­πε­ρα­γί­ας Δε­σποί­νης η­μών Θε­ο­τό­κου και α­ει­παρ­θέ­νου Μα­ρί­ας».

Η μα­κα­ρί­α Παρ­θέ­νος Μα­ριάμ, έ­χον­τας μέ­σα στα σπλά­χνα της Αυ­τόν που δεν τον χω­ρά­ει το σύμ­παν, έ­φυ­γε βι­α­στι­κά α­πό τη Να­ζα­ρέτ για κά­ποι­α πό­λη στα ο­ρει­νά της Ι­ου­δαί­ας, ό­που κα­τοι­κού­σε το ευ­λο­γη­μέ­νο αν­δρό­γυ­νο, ο Ζα­χα­ρί­ας με την Ε­λι­σά­βετ. Σκο­πός της ή­ταν να βρει την Ε­λι­σά­βετ, που ή­ταν συγ­γε­νής της, και να την συγ­χα­ρεί για την εγ­κυ­μο­σύ­νη της γε­ρον­τι­κής της η­λι­κί­ας, την ο­ποί­α πλη­ρο­φο­ρή­θη­κε α­πό τον άγ­γε­λο «και ι­δού Ε­λι­σά­βετ η συγ­γε­νής σου και αυ­τή συ­νει­λη­φυί­α υι­όν εν γή­ρει αυ­τής, και 

ού­τος μην έ­κτος ε­στίν αυ­τή τη κα­λου­μέ­νη στεί­ρα»(Λουκ. α 38) (και να που η Ε­λι­σά­βετ η συγ­γε­νής σου έ­χει συλ­λά­βει και αυ­τή γιο στα γη­ρα­τειά της, και αυ­τός εί­ναι ο έ­κτος μή­νας της εγ­κυ­μο­σύ­νης γι' αυ­τήν που τη φω­νά­ζα­νε στεί­ρα). Πε­ρισ­σό­τε­ρο ό­μως ή­θε­λε να της δι­η­γη­θεί τα με­γά­λα και θαυ­μα­στά που ευ­δό­κη­σε και έ­κα­με σ' αυ­τήν ο παν­το­δύ­να­μος Θε­ός. «Και ε­γέ­νε­το ως ή­κου­σεν η Ε­λι­σά­βετ τον α­σπα­σμόν της Μα­ρί­ας, ε­σκίρ­τη­σε το βρέ­φος εν τη κοι­λί­α αυ­τής». Η Ε­λι­σά­βετ μό­λις ά­κου­σε τον χαι­ρε­τι­σμό της Παρ­θέ­νου αι­σθάν­θη­κε ό­τι το ε­ξά­μη­νο βρέ­φος στα σπλά­χνα της σκίρ­τη­σε α­πό χα­ρά. Και με το σκίρ­τη­μα αυ­τό ο Ι­ω­άν­νης ο Πρό­δρο­μος, πριν ά­κό­μα δει το φως του αι­σθη­τού η­λί­ου, προ­φη­τεύ­ει την α­να­το­λή του νο­η­τού Η­λί­ου (του Χρι­στού). Α­μέ­σως τό­τε η γε­ρόν­τισ­σα Ε­λι­σά­βετ, με το φω­τι­σμό του Α­γί­ου Πνεύ­μα­τος, ά­να­γνώ­ρι­σε την Παρ­θέ­νο Μα­ριάμ σαν Μη­τέ­ρα του Κυ­ρί­ου και Θε­ού μας και δο­ξο­λό­γη­σε με­γα­λό­φω­να το Χρι­στό που έ­φε­ρε στα σπλά­χνα της: «και πό­θεν μοι τού­το ί­να έλ­θη η μή­τηρ του Κυ­ρί­ου μου προς με;» (Λουκ. α 43). Και η Παρ­θέ­νος Μα­ρί­α πλημ­μυ­ρι­σμέ­νη α­πό την α­γαλ­λί­α­ση που της έ­δω­σε το Ά­γιο Πνεύ­μα, έ­ψαλ­λε την -ο­νο­μα­σθεί­σα- ω­δή της Θε­ο­τό­κου: «Με­γα­λύ­νει η ψυ­χή μου τον Κύ­ριον και η­γαλ­λί­α­σε το πνεύ­μα μου ε­πί τω Θε­ώ τω σω­τή­ρί μου..­.» (Λουκ. α ­46-47).

 Στη συ­νέ­χεια η Μα­ριάμ έ­μει­νε τρεις μή­νες κον­τά στην Ε­λι­σά­βετ,και έ­πει­τα ε­πέ­στρε­ψε στο σπί­τι της. «Έ­μει­νε δε Μα­ριάμ συν αυ­τή ω­σεί μή­νας τρεις και υ­πέ­στρε­ψεν εις τον οί­κον αυ­τής» (Λουκ. α­'­56).

                        

Ο Ι­ω­σήφ,με­τά α­πό λί­γο και­ρό, προ­βλη­μα­τί­ζε­ται έν­το­να δι­ό­τι «πριν η συ­νελ­θείν αυ­τούς ευ­ρέ­θη εν γα­στρί έ­χου­σα εκ Πνεύ­μα­τός Α­γί­ου»(Ματθ. α 18­). Αν­θρώ­πι­να ερ­μη­νεύ­ον­τας την α­δι­και­ο­λό­γη­τη εγ­κυ­μο­σύ­νη της Πα­να­γί­ας, α­πο­φα­σί­ζει να την δι­ώ­ξει μυ­στι­κά. Ε­πει­δή ή­ταν «δί­και­ος», δεν ή­θε­λε να την δι­α­πομ­πεύ­σει πα­ρα­δειγ­μα­τι­κά, ό­πως προ­έ­βλε­πε ο νό­μος. «Ι­ω­σηφ δε ο α­νήρ αυ­τής, δί­και­ος ων και μη θέ­λων αυ­τήν πα­ρα­δειγ­μα­τί­σαι, ε­βου­λή­θη λά­θρα α­πο­λύ­σαι αυ­τήν»(Ματθ. α­'­19).

Τό­τε πα­ρου­σι­ά­ζε­ται στον  Ι­ω­σήφ άγ­γε­λος Κυ­ρί­ου και του λέ­ει: «­Ι­ω­σηφ, υι­ός Δαυ­ίδ μη φο­βη­θής πα­ρα­λα­βείν Μα­ριάμ την γυ­ναί­κά σου, το γαρ εν αυ­τή γεν­νη­θέν εκ Πνεύ­μα­τός ε­στιν Α­γί­ου»(Ματθ. α­'20). Έ­τσι ο Ι­ω­σήφ έ­κα­νε ό­πως τον δι­έ­τα­ξε ο άγ­γε­λος και, α­φού πα­ρέ­λα­βε την Παρ­θέ­νο στο σπί­τι του, «ουκ ε­γί­νω­σκεν αυ­τήν» (Ματθ. α­'­25), δεν την γνώ­ρι­σε σαρ­κι­κά πο­τέ ως σύ­ζυ­γο, ού­τε και ό­ταν γέν­νη­σε τον πρω­τό­το­κο και μο­να­δι­κό γιο της, τον Ι­η­σού.

 

Με το δι­ά­ταγ­μα του αυ­το­κρά­το­ρα Καί­σα­ρα Αυ­γού­στου να α­πο­γρα­φεί ό­λος ο πλη­θυ­σμός που ή­ταν κά­τω α­πό την Ρω­μα­ϊ­κή κυ­ρι­αρ­χί­α, ο  Ι­ω­σήφ και η εγ­κυ­μο­νού­σα Μα­ριάμ έ­πρε­πε να α­πο­γρα­φούν στον τό­πο της κα­τα­γω­γής τους, στη Βη­θλε­έμ της Ι­ου­δαί­ας. «Ε­ξηλ­θε δόγ­μα πα­ρά Καί­σα­ρος Αυ­γού­στου α­πο­γρά­φε­σθαι πά­σαν την οι­κου­μέ­νην»(Λουκ. β'1). Έ­τσι ύ­στε­ρα α­πό έ­να κου­ρα­στι­κό τα­ξί­δι, φθά­νουν στη Βη­θλε­έμ. «';­Α­νε­βη δε και ο Ι­ω­σήφ α­πό της Γα­λι­λαί­ας, εκ πό­λε­ως Να­ζα­ρέτ εις την Ι­ου­δαί­αν εις πό­λιν Δαυ­ίδ ή­τις κα­λεί­ται Βη­θλε­έμ, δια το εί­ναι αυ­τόν εξ οί­κου και πα­τριάς Δαυ­ίδ» (Λουκ. β'4).

Λό­γω της πλη­θώ­ρας των α­πο­γρα­φο­μέ­νων, δε βρί­σκουν που­θε­νά κα­τά­λυ­μα. «Ουκ ην αυ­τοίς τό­πος εν τω κα­τα­λύ­μα­τι»(Λουκ. β'6).

Μό­νο σ' έ­να σταύ­λο βρή­καν λί­γο χώ­ρο για την πα­ρα­μο­νή τους.

Ε­κεί θέ­λη­σε να γεν­νη­θεί ο φι­λάν­θρω­πος και τα­πει­νός Κύ­ριος, ο  Λυ­τρω­τής του κό­σμου, ό­που και τον σπαρ­γά­νω­σε η Θε­ο­τό­κος σε μια φάτ­νη των ζώ­ων για να ζε­στα­θεί. «Ε­κει ε­πλή­σθη­σαν αι η­μέ­ραι του τε­κείν αυ­τήν, και έ­τε­κε τον υι­όν αυ­τής τον πρω­τό­το­κον, και ε­σπαρ­γά­νω­σεν αυ­τόν και α­νέ­κλι­νεν αυ­τόν εν τη φάτ­νη»(Λουκ. β'6-7). Ε­κεί τον προ­σκύ­νη­σαν και οι ποι­μέ­νες.

Σε ο­κτώ μέ­ρες α­πό τη γέν­νη­ση, η Παρ­θέ­νος και ο Ι­ω­σήφ έ­κα­ναν, σύμ­φω­να με το νό­μο, την πε­ρι­το­μή του παι­διού και του έ­δω­σαν το ό­νο­μα «­Ι­η­σους». «Και ό­τε ε­πλή­σθη­σαν η­μέ­ραι ο­κτώ του πε­ρι­τε­μείν το παι­δί­ον, και ε­κλή­θη το ό­νο­μα αυ­τού Ι­η­σούς, το κλη­θέν υ­πό του αγ­γέ­λου προ του συλ­λη­φθή­ναι αυ­τόν εν τη κοι­λί­α» (Λουκ. Β'21).

Η Εκ­κλη­σί­α μας ε­ορ­τά­ζει το γε­γο­νός αυ­τό στις 1 Ι­α­νου­α­ρί­ου.

Σα­ράν­τα μέ­ρες με­τά τη γέν­νη­σή Του, ο Ι­η­σούς σύμ­φω­να με τον Ι­ου­δα­ϊ­κό νό­μο ο­δη­γεί­ται για πρώ­τη φο­ρά στα Ι­ε­ρο­σό­λυ­μα, στο να­ό του Θε­ού, για να σα­ραν­τί­σει.  Η Παρ­θέ­νος ε­δώ συ­ναν­τά τον πρε­σβύ­τη Συ­με­ών, που πα­ρα­κα­λού­σε το Θε­ό να μην πε­θά­νει πριν δει το Μεσ­σί­α: «Νυν, α­πο­λύ­εις τον δού­λόν σου, Δέ­σπο­τα, κα­τά το ρή­μα σου εν ει­ρή­νη, ό­τι εί­δον οι ο­φθαλ­μοί μου το σω­τή­ριόν σου, ο η­τοί­μα­σας κα­τά πρό­σω­πον πάν­των των λα­ών, φως εις α­πο­κά­λυ­ψιν ε­θνών και δό­ξαν λα­ού σου Ισ­ρα­ήλ». Τώ­ρα, Κύ­ρι­ε, ας πε­θά­νω, για­τί εί­δα με τα μά­τια μου τον Σω­τή­ρα μας, α­νέ­κρα­ξε.

Με­τά κοι­τά­ζει τη Θε­ο­τό­κο και της λέ­γει: «Ού­τος κεί­ται εις πτώ­σιν και α­νά­στα­σιν πολ­λών εν τω Ισ­ρα­ήλ και εις ση­μεί­ον αν­τι­λε­γό­με­νον»(Λουκ. β';­34). (Αυ­τός θα γί­νει αι­τί­α να πέ­σουν και να ση­κω­θούν πολ­λοί στο Ισ­ρα­ήλ και θα προ­κα­λέ­σει δι­χο­γνω­μί­α). Και συ­νε­χί­ζει για την Πα­να­γί­α: «Και σου δε αυ­τής την ψυ­χήν δι­ε­λεύ­σε­ται ρομ­φαί­α»(Λουκ. β';­35). (και σέ­να την ψυ­χή σου θα την δι­α­πε­ρά­σει πό­νος ο­ξύς, σα σπα­θιά), υ­πο­νο­ών­τας τη σταύ­ρω­ση του Γιου της.  Η Εκ­κλη­σί­α μας ε­ορ­τά­ζει το γε­γο­νός με την ε­ορ­τή της Υ­πα­παν­τής, στις 2 Φε­βρου­α­ρί­ου: «η Υ­πα­παν­τή του Κυ­ρί­ου η­μών Ι­η­σού Χρι­στού, εν η ε­δέ­ξα­το Αυ­τόν εις τας αγ­κά­λας αυ­τού ο Δί­και­ος Συ­με­ών»

 

Με­τά τη γέν­νη­ση του Ι­η­σού και τον σα­ραν­τι­σμό, η Θε­ο­τό­κος με τον  Ι­ω­σήφ πα­ρέ­μει­ναν στη Βη­θλε­έμ. Στο δι­ά­στη­μα αυ­τό, «μά­γοι α­πό α­να­το­λών πα­ρε­γέ­νον­το εις Ι­ε­ρο­σό­λυ­μα»(Ματθ. β'1).

Με­τά την προ­σκύ­νη­ση του Κυ­ρί­ου, οι Μά­γοι ε­πι­στρέ­φουν στην πα­τρί­δα τους, για­τί άγ­γε­λος Κυ­ρί­ου τους ει­δο­ποί­η­σε να φύ­γουν α­πό άλ­λο δρό­μο και να μη πά­νε στον Η­ρώ­δη, που ή­θε­λε να σκο­τώ­σει τον Ι­η­σού. «Και χρη­μα­τι­σθέν­τες κα­τ'; ό­ναρ μη α­να­κάμ­ψαι προς Η­ρώ­δην, δι' άλ­λης ο­δού α­νε­χώ­ρη­σαν εις την χώ­ραν αυ­τών»(Ματθ. β' 12).

        

Πριν ο Η­ρώ­δης δι­α­τά­ξει τη σφα­γή των νη­πί­ων «α­πό δι­ε­τούς και κα­τω­τέ­ρω, κα­τά τον χρό­νον, ον η­κρί­βω­σε πα­ρά των μά­γων»(Ματθ. β' ­16), άγ­γε­λος Κυ­ρί­ου πα­ρου­σι­ά­ζε­ται «κα­τ' ό­ναρ» στον Ι­ω­σήφ και του λέ­γει: «Να πά­ρεις το παι­δί και τη μη­τέ­ρα Του και να φύ­γεις στην Αί­γυ­πτο. Να μεί­νεις ε­κεί, έ­ως ό­του θα σε ε­νη­με­ρώ­σω. Ο Η­ρώ­δης θέ­λει να σκο­τώ­σει το παι­δί».  «Πα­ρά­λα­βε το παι­δί­ον και την μη­τέ­ρα αύ­τού και φεύ­γε εις Αί­γυ­πτον, και ί­σθι ε­κεί, έ­ως αν εί­πω σοι. Μέλ­λει γαρ Η­ρώ­δης ζη­τείν το παι­δί­ον του α­πο­λέ­σαι αυ­τό»(Ματθ. β' ­13).

Πράγ­μα­τι, ο Ι­ω­σήφ ξύ­πνη­σε α­μέ­σως τη Θε­ο­τό­κο και έ­φυ­γαν μέ­σα στο σκο­τά­δι σαν πρό­σφυ­γες. Έ­φτα­σαν στην Αί­γυ­πτο και έ­μει­ναν ε­κεί μέ­χρι το θά­να­το του Η­ρώ­δη: «Ο δε ε­γερ­θείς πα­ρέ­λα­βε το παι­δί­ον και την μη­τέ­ρα αυ­τού νυ­κτός και α­νε­χώ­ρη­σεν εις Αί­γυ­πτον, και ην ε­κεί έ­ως της τε­λευ­τής Η­ρώ­δου»(Ματθ. β' ­14-15).

Σή­με­ρα στο πα­λαι­ό Κά­ι­ρο, κον­τά στο μο­να­στή­ρι του Α­γί­ου Γε­ωρ­γί­ου, βρί­σκε­ται το σπή­λαι­ο με το πη­γά­δι, ό­που έ­μει­νε η α­γί­α οι­κο­γέ­νεια κα­τά τη διά­ρκεια της δι­α­μο­νής της στην Αί­γυ­πτο.

Με­τά το θά­να­το του Η­ρώ­δη και ύ­στε­ρα α­πό ει­δο­ποί­η­ση του αγ­γέ­λου η α­γί­α οι­κο­γέ­νεια ε­πέ­στρε­ψε «εις γην Ισ­ρα­ήλ», ό­που εγ­κα­τα­στά­θη­κε και πά­λι στη Να­ζα­ρέτ: «Και ελ­θών κα­τώ­κη­σεν εις πό­λιν λε­γο­μέ­νην Να­ζα­ρέτ, ό­πως πλη­ρω­θή το ρη­θέν δια των προ­φη­τών, ό­τι Να­ζω­ραί­ος κλη­θή­σε­ται»(Ματθ. β'­23). Ε­δώ ο γέ­ρον­τας Ι­ω­σήφ ερ­γα­ζό­ταν ως ξυ­λουρ­γός και  α­πό μι­κρός ο Ι­η­σούς τον βο­η­θού­σε, ε­νώ πα­ράλ­λη­λα «ηύ­ξα­νε και ε­κρα­ται­ού­το πνεύ­μα­τι»(Λουκ. β'­40).

Η Παρ­θέ­νος και ο Ι­ω­σήφ, ως κα­λοί Ι­ου­δαί­οι, α­νέ­βαι­ναν μια φο­ρά το χρό­νο στα Ι­ε­ρο­σό­λυ­μα, για να προ­σκυ­νή­σουν στο να­ό. Ό­ταν ο Ι­η­σούς έ­γι­νε δώ­δε­κα χρό­νων, τον πή­ραν μα­ζί τους, σύμ­φω­να με τα Ι­ου­δα­ϊ­κά έ­θι­μα: «Και ε­πο­ρεύ­ον­το οι γο­νείς αυ­τού κα­τ'; έ­τος εις Ι­ε­ρου­σα­λήμ τη ε­ορ­τή του Πά­σχα και ό­τε ε­γέ­νε­το ε­τών δώ­δε­κα α­να­βάν­των αυ­τών εις Ι­ε­ρο­σό­λυ­μα κα­τά το έ­θος της ε­ορ­τής..­.­»(Λουκ. β'­41-42). Ε­κεί στο Να­ό πα­ρέ­μει­νε ο μι­κρός Ι­η­σούς, δι­α­φεύ­γον­τας α­πό την προ­σο­χή των γο­νέ­ων του, ό­που συ­νέ­βη το θαυ­μα­στό γε­γο­νός της δι­δα­σκα­λί­ας του δω­δε­κά­χρο­νου Ι­η­σού προς τους δι­δα­σκά­λους και ο δι­ά­λο­γός Του με την Πα­να­γί­α μη­τέ­ρα Του: «Παι­δί μου, για­τί μας έ­κα­νες έ­τσι; Να που ο πα­τέ­ρας σου κι ε­γώ με πό­νο σε α­να­ζη­τού­σα­με. Και εί­πε προς αυ­τούς: Για­τί με α­να­ζη­τού­σα­τε; Δε γνω­ρί­ζα­τε ό­τι στο σπί­τι του Πα­τέ­ρα μου πρέ­πει να εί­μαι;» (Λουκ. β ­48-49). Και η Θε­ο­τό­κος, συ­νε­χί­ζει το κεί­με­νο του ευ­αγ­γε­λι­στή Λου­κά, «δι­ε­τή­ρει πάν­τα τα ρή­μα­τα ταύ­τα εν τη καρ­δί­α αυ­τής» Και ο Ι­η­σούς «κα­τέ­βη με­τ' αυ­τών και ήλ­θεν εις Να­ζα­ρέτ, και ην υ­πο­τασ­σό­με­νος αυ­τοίς»(Λουκ. β' 51).

 

Η Θε­ο­τό­κος α­κο­λού­θη­σε τον Ι­η­σού σ' ό­λες τις ευ­αγ­γε­λι­κές Του ο­δοι­πο­ρί­ες κα­τά τη διά­ρκεια της δη­μό­σιας ζω­ής Του,με­τά τη βά­πτι­σή Του. Εί­ναι ό­μως πάν­το­τε η σι­ω­πη­λή πα­ρου­σί­α που κι­νεί­ται με υ­πα­κο­ή και πλή­ρη εμ­πι­στο­σύ­νη στον Θε­άν­θρω­πο Κύ­ριο και Υι­ό της.

Τε­λευ­ταί­οι λό­γοι της Πα­να­γί­ας πα­ρου­σι­ά­ζον­ται στα Ευ­αγ­γέ­λια στον γά­μο της Κα­νά: «γά­μος ε­γέ­νε­το εν Κα­νά της Γα­λι­λαί­ας και ην η μή­τηρ του Ι­η­σού ε­κεί.­»(Ί­ω. β 1). Και ε­πει­δή έ­λει­ψε το κρα­σί «λέ­γει η μή­τηρ του Ι­η­σού προς αυ­τόν· οί­νον ουκ έ­χου­σι. Λέ­γει αυ­τή ο Ι­η­σούς· τι ε­μοί και συ γύ­ναι; Ού­πω η­κει η ώ­ρα μου. Λέ­γει η μή­τηρ αυ­τού τοις δι­α­κό­νοις· ο,τι αν λέ­γη υ­μίν, ποι­ή­σα­τε» (Ί­ω. β 3-5). Η Πα­να­γί­α μας κα­τά­λα­βε ό­τι τα λό­για αυ­τά του Χρι­στού δεν ή­ταν άρ­νη­ση, γι' αυ­τό συμ­βού­λε­ψε τους υ­πη­ρέ­τες «να κά­νε­τε ο,τι σας πει». Και με­τά α­πό λί­γο συ­νέ­βη η θαυ­μα­στή με­τα­τρο­πή του νε­ρού σε κρα­σί, το πρώ­το θαύ­μα της δη­μό­σιας ζω­ής του Κυ­ρί­ου μας. Αυ­τή η τε­λευ­ταί­α φρά­ση της Πα­να­γί­ας μας θε­ω­ρεί­ται '­η Δι­α­θή­κη της Θε­ο­τό­κου­', η πα­ρα­κα­τα­θή­κη της για ό­λους τους χρι­στια­νούς ό­λων των αι­ώ­νων.

«Με­τά τού­το κα­τέ­βη εις Κα­περ­να­ούμ αυ­τός και η μή­τηρ αυ­τού και οι α­δελ­φοί αυ­τού και οι μα­θη­ταί αυ­τού, και ε­κεί έ­μει­ναν ου πολ­λάς η­μέ­ρας » (Ί­ω. β 12). Α­πό τό­τε η Θε­ο­τό­κος στα Ευ­αγ­γέ­λια εί­ναι η σι­ω­πη­λή πα­ρου­σί­α που α­κο­λου­θεί, συμ­πο­ρεύ­ε­ται και συμ­πά­σχει με τον Χρι­στό.

 

Ευ­ρι­σκό­με­νη κά­τω α­π' τον Σταυ­ρό, πά­νω στο Γολ­γο­θά, αι­σθά­νε­ται σαν να τη δι­α­περ­νά ρομ­φαί­α, κα­τά την προ­φη­τεί­α του α­γί­ου Συ­με­ών
του Θε­ο­δό­χου.

Ου­σι­α­στι­κά δεν συμ­πα­ρί­στα­ται μό­νο στο δρά­μα πά­νω στο Γολ­γο­θά, αλ­λά συμ­με­τέ­χει στον πό­νο του Γιου της και Θε­ού της. Δι­πλός ο πό­νος και η πί­κρα. «Ει­στή­κει­σαν δε πα­ρά τω Σταυ­ρώ του Ι­η­σού η μή­τηρ αυ­τού και η α­δελ­φή της μη­τρός αυ­τού, Μα­ρί­α η του Κλω­πά και Μα­ρί­α η Μα­γδα­λη­νή»(Ι­ω. ι­θ' ­25).

Σι­ω­πη­λή α­κού­ει να της λέ­ει ο Γιος της: «Γύ­ναι, ί­δε ο υι­ός σου» και να της δεί­χνει τον α­γα­πη­μέ­νο του μα­θη­τή Ι­ω­άν­νη. Και να λέ­ει στο μα­θη­τή του: «­Ι­δου η μή­τηρ σου». Και α­πό την ώ­ρα ε­κεί­νη, «έ­λα­βεν ο μα­θη­τής αυ­τήν εις τα ί­δια» ( Ι­ω. ι­θ';­26-27). Δη­λα­δή πή­ρε την Πα­να­γί­α στο σπί­τι του, για να την προ­στα­τέ­ψει σαν μη­τέ­ρα του.

Την ε­πο­μέ­νη του Σαβ­βά­του προς την Κυ­ρια­κή η Πα­να­γί­α μα­ζί με τις άλ­λες μυ­ρο­φό­ρες γυ­ναί­κες πή­γαν στον τά­φο του Ι­η­σού να Τον α­λεί­ψουν με α­ρώ­μα­τα.

Μό­λις έ­φτα­σαν στον τά­φο, εί­δαν τον άγ­γε­λο Κυ­ρί­ου και το κε­νό μνή­μα και πρώ­τη ά­κου­σε το χαρ­μό­συ­νο γε­γο­νός της Α­νά­στα­σης: «Και ει­σελ­θού­σαι εις το μνη­μεί­ον εί­δον νε­α­νί­σκον κα­θή­με­νον εν τοις δε­ξιοίς, πε­ρι­βε­βλη­μέ­νον στο­λήν λευ­κήν, και ε­ξε­θαμ­βή­θη­σαν. Ο δε λέ­γει αυ­ταίς, μη εκ­θαμ­βεί­σθε. Ι­η­σούν ζη­τεί­τε τον Να­ζα­ρη­νόν, τον ε­σταυ­ρω­μέ­νον. η­γέρ­θη, ουκ έ­στιν ώ­δε. ί­δε ο τό­πος, ό­που έ­θη­καν αυ­τόν»(Μαρκ. ι­στ' 5-6).

Ό­ταν ε­πέ­στρε­φαν α­πό τον τά­φο, πρώ­τη τον άν­τί­κρυ­σε και τον προ­σκύ­νη­σε, κα­θώς φα­νε­ρώ­θη­κε ο Κύ­ριος λέ­γον­τας τον πρώ­το λό­γο Του με­τά την Α­να­στα­ση: «Χαί­ρε­τε»!

                 

Α­πό τις πρά­ξεις των Α­πο­στό­λων γνω­ρί­ζου­με ό­τι η Πα­να­γί­α πα­ρέ­μει­νε κον­τά τους μέ­χρι την η­μέ­ρα της Πεν­τη­κο­στής: «Πάν­τες ή­σαν προ­σκαρ­τε­ρούν­τες ο­μο­θυ­μα­δόν τη προ­σευ­χή και τη δε­ή­σει συν γυ­ναι­ξί και Μα­ρί­α τη μη­τρί του Ι­η­σού»(Πραξ. α­' ­14). Και κα­τό­πιν βέ­βαι­α, σύμ­φω­να με την α­πο­στο­λι­κή πα­ρά­δο­ση, η Θε­ο­τό­κος α­πό το σπί­τι της στη Γεθ­ση­μα­νή, πάν­το­τε στή­ρι­ζε, συμ­βού­λευ­ε και προ­σευ­χό­ταν για την πρώ­τη Έκ­κλη­σία και τους α­γί­ους α­πο­στό­λους που ευ­αγ­γε­λί­ζον­ταν την οι­κου­μέ­νη.

Η η­λι­κί­α της Θε­ο­τό­κου, σύμ­φω­να με τους Α­γί­ους Πα­τέ­ρες

 

Η Πα­να­γί­α ό­ταν μπή­κε στο Να­ό ή­ταν τρι­ών ε­τών· έ­μει­νε στο ι­ε­ρό δώ­δε­κα χρό­νια,δε­κα­πέν­τε ε­τών· τρεις μή­νες α­φού βγή­κε α­πό το ι­ε­ρό μέ­χρι τον Ευ­αγ­γε­λι­σμό και εν­νέ­α μή­νες κυ­ο­φο­ρί­α, δε­κα­έ­ξη ε­τών γεν­νά τον Χρι­στό. Έ­ζη­σε με τον Χρι­στό τριά­ντα δύ­ο χρό­νους,ά­ρα σα­ραν­τα­ο­κτώ ε­τών ζει την Σταύ­ρω­ση, την Α­νά­στα­ση και την Α­νά­λη­ψή Του. Έ­ζη­σε με­τά α­π' την Πεν­τη­κο­στή άλ­λα έν­τε­κα χρό­νια και ε­κοι­μή­θη στη Γεθσημανή, σε ηλικία πενήντα εννέα ετών.